Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Δύσκολη ημέρα η σημερινή, με πολλά φορτία φορτωμένη...

Αφήγηση για το σεισμό της Σαντορίνης

Αλλη μια αφήγηση για το σεισμό του 1956 ακολουθεί... Η αναγνώστρια και φίλη του blog ρώτησε τη θεία της ( έχω κρατήσει ακριβώς τον τρόπο μετάδοσης της αφήγησης για καθαρά ερευνητικούς λόγους. Επίσης σας παρουσιάζω ένα κομμάτι της συγκκεριμένης αφήγησης πάλι για ερευνητικούς λόγους..... Θερμή παράκληση.... όποιος με κάποιο τρόπο μπορεί να μεταφέρει αφηγήσεις ας μου στείλει e- mail)

Όπως μου είπε κοιμόντουσαν, ήταν ξημερώματα γύρω στις 6 παρά τέταρτο. Λίγα λεπτά πριν γίνει ο σεισμός, η καρδερίνα που είχαν φτερούγιζε έντονα μέσα στο κλουβί, σε σημείο που το πουλί χτυπιόταν κυριολεκτικά στα σίδερα του κλουβιού. Τους ξύπνησε ο θόρυβος από το πρωτόγνωρο φτερούγισμα και κατάλαβαν ότι θα γίνει σεισμός γιατί τα ζώα προαισθάνονται τα σημάδια της φύσης. Δεν πρόλαβαν όμως να κατέβουν από τα κρεβάτια και άρχισε.



Ευτυχώς που το σπίτι μας ήταν υπόσκαφο. Αυτό τους γλίτωσε! Πρώτα όπως μου είπε ήρθε ένα έντονο βουητό από τα έγκατα της γης που βούλωνε τα αυτιά και μετά το «κούνημα». Από το έντονο βουητό άνοιξε διάπλατα η εξώπορτα που ήταν κλειστή με τους μαντάλους! Αρχικά το κούνημα ήταν «πλαγιαστό» και μετά «χοροπηδηχτό, πάνω-κάτω». Τα έπιπλα χοροπηδούσαν και από τη μια μεριά των τοίχων βρέθηκαν στην άλλη. Χαρακτηριστικά όπως μου είπε ένας μπουφές της προγιαγιάς μου, ασήκωτο έπιπλο βαρύ ξύλινο γεμάτο γυαλικά που άλλοτε χρειαζόταν 6 άτομα για να καταφέρουν να το μετακινήσουν, χοροπηδούσε στον αέρα! Νόμιζες ότι οι 2 τοίχοι του υπόσκαφου πάλλονταν, δηλαδή έσμιγαν και μετά πάλι χωρίζανε. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο από έπιπλα μέσα στο σπίτι: μπουφέδες, γυαλικά, κάδρα, όλα ήρθαν τούμπα.
Εκτός από το εικονοστάσι που ήταν άθικτο στη θέση του κρεμασμένο με όλες τις εικόνες μέσα!
Ούτε ένα λεπτό δεν κράτησε ο σεισμός και όταν τελείωσε και βγήκαν έξω στην αυλή.
Στο δρόμο πάνω από το υπόσκαφο σπίτι μας υπήρχε ένα μαγαζί. Έπεσε όλο το μαγαζί όπως ήταν μέσα στην αυλή μας και από το πολύ βουητό που είχε ο σεισμός, κάνεις μέσα στο σπίτι δεν άκουσε τη κατεδάφιση του μαγαζιού!!!!! Το είδαν πως είχε πέσει όταν πλέον βγήκαν στην αυλή. Το ότι δεν πρόλαβαν να βγουν έξω και ο σεισμός τους «έπιασε» μέσα στο σπίτι ήταν η σωτηρία τους! Γιατί αν είχαν βγει στην αυλή, θα είχαν σκοτωθεί από το μαγαζί που ήρθε σωρό-κουβάρι μέσα στην αυλή μας.

Ένα σύννεφο σκόνης είχε σκεπάσει τα πάντα σαν ομίχλη, δεν έβλεπες ούτε σε μισό μέτρο, άκουγαν μόνο τις φωνές των γειτόνων από δίπλα που φώναζαν: «γρήγορα όλοι στα αμπέλια, θα γίνουν και άλλοι σεισμοί». Όπως ήταν με τα νυχτικά μου είπε η θεία μου έφυγαν για τα αμπέλια, αφήνοντας τα σπίτια ανοιχτά χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους. (Στη σημερινή εποχή αν γινόταν κάτι ανάλογο, θα είχε γίνει αμέσως πλιάτσικο στα ανοιχτά σπίτια. Όμως τότε δεν υπήρχαν αλλοδαποί μετανάστες, δεν υπήρχε ακόμη τουρισμός ούτε ξένοι. Ήταν μόνο οι ντόπιοι, οι συγχωριανοί. Όλο το χωριό ήταν σαν μια οικογένεια. Δεν υπήρχε φόβος να αφήσεις το σπίτι σου ανοιχτό και να φύγεις, δεν έκλεβε κανείς. Δεν υπήρχε εγκληματικότητα. Ποιος θα έκλεβε? Ο συγχωριανός σου που τον ήξερες πιο καλά και από τον αδερφό σου? Αλλά χρόνια τότε..)

Βγαίνοντας στην αγορά, στο κεντρικό δρόμο της Οίας αντίκρισαν την καταστροφή του χωριού.
Τα καπετανόσπιτα, τα μαγαζιά και γενικά τα περισσότερα σπίτια του «κεντρικού δρόμου» είχαν κατεδαφιστεί. Τα κτίρια δηλαδή που ήταν με ταράτσες. Τα υπόσκαφα όμως άθικτα!!!! Ούτε ρωγμή στους τοίχους!!! Και για αυτό οι θάνατοι ήταν αυτών που δεν μένανε σε υπόσκαφα.
Επειδή είχαν πέσει τα σπίτια και τα μαγαζιά της αγοράς (εξού και η σκόνη που είχε καλύψει όλο το χωριό) όλοι οι δρόμοι του χωριού ήταν γεμάτοι από μπάζα και αναγκαστικά για να περάσουν να φύγουν σκαρφαλώνανε πάνω στα μπάζα. Λόφοι από μπάζα πάνω από 2 μέτρα!! Τις γριές και τους γέρους τους παίρνανε καβάλα στους ώμους τους οι νέοι. Αν άκουγαν μέσα στα χαλάσματα φωνές, όπως-όπως έσκαβαν για να σώσουν τον πλακωμένο από τα μπάζα.
Στην Αρμένη και στο Αμμούδι οι βάρκες "ανέβηκαν" πάνω στην προκυμαία.
Η φουσκωμένη θαλασσα δηλαδή "ανέβασε" τις βάρκες και τις "αφησε" πάνω στο μώλο!!
Όσοι ψαράδες βρίσκονταν εκείνη την ώρα είτε στην Αρμένη είτε στο Αμμούδι, καθώς ανέβαιναν τις σκάλες για να φτάσουν στο χωριό οι πέτρες από τα γκρεμνά κυλούσαν ασταμάτητα και τους χτυπούσαν.
Μαζεύτηκαν στα χωράφια στο Θόλο γύρω από τον Αγ. Γεώργιο της Πάπενας. Όπως μου είπε κάθε τρεις και λίγο η γη κουνιόταν και έλεγαν: «νατος πάλι». Την ημέρα εκείνη θα πρέπει να έγιναν τουλάχιστον 300 σεισμοί. Κάθε 2-3 λεπτά και άλλος. Για μέρες ολόκληρες κάθε τόσο και λιγάκι η γη κουνιόταν. Τους έσωσε ότι ο σεισμός ήταν «υποθαλάσσιος» και όλη η ενέργεια του έπεσε στη θάλασσα........

Πηγή:http://kallistorwntas.blogspot.com/2010/03/blog-post_09.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: